Δημητριάς

Δημητριάς, άδος, , fem. Adj.:
I (sc. φυλή) tribe named in honour of Demetrius Poliorcetes, Plu.Demetr.10.
II city founded by him, Plb.3.6.4, etc.:—hence [full] Δημητριεῖς, οἱ, its citizens, Id.5.99.3.
III as Subst., six-rowed barley, Hsch.
2 = περιστερεὼν ὕπτιος, Ps.-Dsc.4.60.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δημητριάς — named in honour of Demetrius Poliorcetes fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημητριάς — I Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας. Ιδρύθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή γύρω στο 294 π.Χ., ΒΑ της παλαιότερης πόλης Παγασαί, κοντά στη θάλασσα και απέναντι από τη σημερινή πόλη Βόλο. Για τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης της είχαν γίνει πολλές… …   Dictionary of Greek

  • Δημητρίας — Δημητρίᾱς , Δημητρίη fem acc pl Δημητρίᾱς , Δημητρίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Деметриада — (Δημητριάς) β древности сильно укрепленный фессалийский город в обл. Магнезии, в глубине Пагасейского зал., основанный Димитрием Полиоркетом около 290 г. до Р. Хр. Долгое время он служил македонским царям резиденцией во время пребывания их в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Δημητριάδα — Δημητριάς named in honour of Demetrius Poliorcetes fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημητριάδας — Δημητριάς named in honour of Demetrius Poliorcetes fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημητριάδι — Δημητριάς named in honour of Demetrius Poliorcetes fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημητριάδος — Δημητριάς named in honour of Demetrius Poliorcetes fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραμεικός — Αρχαίος δήμος της Αθήνας. Βρισκόταν στα βορειοδυτικά κράσπεδα της πόλης, στην κοιλάδα που διέσχιζε ο Ηριδανός. Η ονομασία, που χρησιμοποιείται και για τη σύγχρονη συνοικία της Αθήνας, προήλθε από τον ήρωα Κέραμο, γιο του Διονύσου και της Αριάδνης …   Dictionary of Greek

  • ПАРАЛ —    • Πάραλος,        1. см. Paralia, Паралия;        2. береговая полоса в Фессалии, принадлежавшая мелийцам. Жители этой страны назывались Παράλιοι (Thuc. 3, 92);        3. П. ναυ̃ς (на надписях Παραλία), священный корабль (трирема),… …   Реальный словарь классических древностей

  • ФИЛА —    • Φυλή,          племя (колено), обозначение подразделения народа у греков, название, происшедшее, очевидно, из стремления дать отдельным частям народа, равно как и самому народу, генеалогическое происхождение, привести эти части к… …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.